Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής. Όταν είδα για πρώτη φορά την παρουσίαση του Darksiders III δεν ενθουσιάστηκα. Αμήχανοι χειρισμοί, μονότονοι μηχανισμοί μάχης και γραφικά σχεδόν ίδια με τις remastered εκδόσεις των δύο προηγούμενων τίτλων της σειράς, παρόλο που αυτό δεν με ενόχλησε τόσο καθώς πάντα εκτιμούσα το… καρτουνίστικο εικαστικό της. Από όποια, λοιπόν, πλευρά του νομίσματος και αν το δει κανείς, o τίτλος της Gunfire Games δεν δημιουργούσε σε καμία περίπτωση hyped αισθήσεις… κάτι το οποίο τελικά ωφέλησε το παιχνίδι πολύ περισσότερο από όσο θα περίμεναν ποτέ οι δημιουργοί του. Ας δούμε κάθε χαρακτηριστικό του Darksiders III αν αγγίζει τον Παράδεισο, την Κόλαση ή… βρίσκεται στο ενδιάμεσο.

Ένα -παραδόξως- πνευματικό ταξίδι.

Η ιστορία, αυτή τη φορά, ακολουθεί ένα ακόμη καβαλάρη της Αποκάλυψης, την Fury, η οποία αρπάζει το χαρακτηριστικό μαστίγιο της και ξεκινάει το ταξίδι της με σκοπό να πραγματοποιήσει την επιθυμία του γνωστού και λίαν αντιπαθητικού Charred Council. Η αποστολή που ανατέθηκε στη πρωταγωνίστρια δεν είναι άλλη από την εξάλειψη των 7 Θανάσιμων Αμαρτημάτων, δαιμόνων που αντικατοπτρίζουν τα μεγαλύτερα αμαρτήματα της ανθρωπότητας. Τα γεγονότα διαδραματίζονται παράλληλα με εκείνα των ιστοριών του War και του Death, άλλων δύο καβαλάρηδων της Αποκάλυψης και πρωταγωνιστών των δύο προηγούμενων παιχνιδιών, δίνοντας μας μία ακόμη προοπτική στον πόλεμο που εξελίσσεται σε Ουρανό, Γη και Κόλαση.

Πολλές φορές μέσα στην ιστορία μας δίνεται η πληροφορία πως η Fury είναι η πιο αδύναμη από τους τέσσερις καβαλάρηδες. Στην αρχή η χαρακτήρας αντιδρά με αρκετά προβλέψιμο τρόπο όποτε ακούει σχόλια χλευασμού για το ποιόν της, εξαπολύοντας την χαρακτηριστική οργή της στους αντιπάλους της. Αυτό όμως που καταφέρνει με μαεστρία η Gunfire Games είναι να εξελίξει την προσωπικότητα της πρωταγωνίστριας του τίτλου μέσα από τα ελαττώματα που έχει η ίδια της η φύση ως απεικόνισης της «Οργής». Μέσα από τις εμπειρίες της η Fury θα υποφέρει, θα σφάλει, θα ηττηθεί, αλλά θα σηκωθεί ξανά χρησιμοποιώντας σωστά την ιδιότητα του ονόματός της και θα συνεχίσει να επιδιώκει τον στόχο της. Ακούγεται γνώριμο όλο αυτό σωστά; Ο λόγος είναι ότι το προαναφερθέν μοτίβο αποτελεί την πεμπτουσία της ανθρώπινης φύσης. Η πραγματική δύναμη της ανθρωπότητας είναι η συνεχής τάση για εξέλιξη και επιτυχία και είτε αυτό αποβεί σε θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, το σίγουρο είναι ότι αποτελεί το βασικό αίτιο της ύπαρξής της μέχρι και σήμερα. Η νέα ιστορία στο σύμπαν της THQ Nordic καταφέρνει, λοιπόν, να εξελίξει τον χαρακτήρα της Fury από ρηχό και μονοδιάστατο σε στοχαστικό και πολύπλευρο και να της προσδώσει μία πιο ανθρώπινη φύση μέσα στο διάστημα των 15-20 ωρών που διαρκεί το ταξίδι της, αλλά και να θίξει υπαρξιακά ζητήματα με έμμεσο τρόπο –ευτυχώς- διατηρώντας ταυτόχρονα την γεμάτη δράση ατμόσφαιρα. Αξίζει να σημειώσουμε πως εκτός από την Fury, όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες ανεξαιρέτως αποδίδονται εξαιρετικά, τόσο ως προς την εικόνα, αλλά και ως προς την προσωπικότητα τους. Με αυτόν τον τρόπο εδραιώνονται μέσα σε έναν μόνο τίτλο πολλοί νέοι αξιομνημόνευτοι χαρακτήρες της σειράς.

Καλώς ορίσατε στο Darksouls;!”

Ο οποιοσδήποτε ασχολείται με το gaming γνωρίζει την σειρά Dark Souls της From Software, μία σειρά η οποία έχει θεμελιώσει μία νέα Gameplay φόρμουλα στην σύγχρονη βιομηχανία βιντεοπαιχνιδιών. Αυτό φυσικά δεν είναι καθόλου κακό καθώς πάντα πρέπει να υπάρχει και πάντα θα υπάρχει ένα πρότυπο πριν τη δημιουργία ενός νέου project. Παρόλα αυτά, όταν συμβουλευόμαστε κάποιο πρότυπο, πολλές φορές κεκτημένης ταχύτητας τυχαίνει να το αντιγράψουμε… έστω και λίγο.

Όχι, το Darksiders III δεν «αντέγραψε» το Dark Souls. Σε πολλά σημεία όμως φαίνεται πως ακολούθησε κατά γράμμα την «συνταγή της επιτυχίας». Από τα collectibles που έχουν την ίδια ακριβώς μορφή με εκείνα της σειράς της From Software – με εξαίρεση το χρώμα – μέχρι και τη δομή ορισμένων Boss fights στο παιχνίδι, όλα αυτά αλλά ακόμα και ο σχεδιασμός μερικών περιοχών με ώθησαν στο να νομίζω πως είμαι ένας ακόμη Undead στην νοσταλγική Lordran (βασίλειο του πρώτου Dark Souls).

Όσον αφορά το σύστημα μάχης, το Darksiders III αποτελεί ένα δύσκολο ασυγχώρητο παιχνίδι, το οποίο απαιτεί το 100% της προσοχής σας ακόμα και όταν αντιμετωπίζετε τους πιο αδύναμους εχθρούς. Χρησιμοποιώντας την αριστερή σκανδάλη του τηλεχειριστηρίου σας, μπορείτε να επικεντρώνεστε σε έναν εχθρό, κάτι το οποίο βοηθάει ιδιαίτερα στα Boss Fights αλλά όχι τόσο σε μάχες με πιο αδύναμους και πολύ περισσότερους, όμως, εχθρούς, όπου η κάμερα μάλλον τίθεται και εκείνη εναντίον σας. Συνδυάζοντας ένα τακτικό σύστημα με τη διαρκή χρήση “dodge ‘n’ counter” μηχανισμών με το χαρακτηριστικό – και εξαιρετικά διασκεδαστικό – “hack ‘n’ slash” στοιχείο της σειράς Darksiders, διατηρείται το ενδιαφέρον μέχρι και το τελευταίο λεπτό του παιχνιδιού. Επιπλέον, οι πολλαπλές δυνάμεις της Fury, τα Hollows όπως τα αποκαλεί το παιχνίδι, χρησιμοποιούνται τόσο στη μάχη για να υπερνικάτε με δημιουργικούς τρόπους τους αντιπάλους σας, όσο και σε έξυπνες puzzle δοκιμασίες που παρεμβάλλονται μεταξύ των μαχών και αποτελούν ευχάριστα διαλείμματα από την έντονη δράση.

Ο κόσμος δεν είναι πλέον ανοιχτός, όπως εκείνος του Darksiders II και ουσιαστικά συνίσταται από ένα μεγάλο δίκτυο διαδρόμων που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Πέραν αυτού, δεν καταφέρνουμε ποτέ να χρησιμοποιήσουμε άλογο, παρόλο που χειριζόμαστε έναν από τους καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, γεγονός το οποίο εξηγείται στην ιστορία με τρόπο που προσωπικά μου φάνηκε σαν μία πρόχειρη δικαιολογία της Gunfire Games για το ότι πιθανόν δεν είχαν την ικανότητα να εισάγουν με κάποιον δημιουργικό τρόπο το άλογο της Fury, ονόματι Rampage, στο παιχνίδι.

Τεχνικός τομέας

Και σε αυτό το σημείο το ταξίδι της Fury την «ξεβράζει» στην Κόλαση. Θεωρώ πως είναι ειλικρινά απαράδεκτο, αλλά και κρίμα όταν ένα παιχνίδι έχει πετύχει σχεδόν σε όλους τους άλλους τομείς του, να παρουσιάζει μία τόσο αδύναμη εικόνα στον τεχνικό τομέα του. Δοκιμασμένο σε PS4, το Darksiders III καταφέρνει με τραγικό τρόπο να πέσει κάτω από 30 fps σε ουκ ολίγα σημεία κατά τη διάρκεια των 20 ωρών, είτε εν μέσω μίας δύσκολης μάχης ή ενώ απλά εξερευνείτε τις περιοχές. Σίγουρα είναι πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζεται με μία σειρά από μελλοντικά patch, μέχρι στιγμής όμως η εμπειρία υποβαθμίζεται πάρα πολύ. Από ότι φαίνεται το Darksiders III δανείστηκε και τα fps drops της θρυλικής, ελαττωματικής Blightown του Dark Souls μεταξύ άλλων…

Τα γραφικά του παιχνιδιού θα μπορούσαν να είναι εμφανώς βελτιωμένα, αλλά θεωρώ πως τα ήδη υπάρχοντα διατηρούν αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της σειράς, συνεπώς δεν βρίσκω κανένα λόγο να τα σχολιάσω με αρνητικό τρόπο. Μπορούμε να το δούμε απλά σαν ένα διαφορετικό ρεύμα τέχνης το οποίο προσελκύει μία ομάδα ατόμων με συγκεκριμένες προτιμήσεις και αυτό είναι απόλυτα αποδεκτό και επαυξάνει την ταυτότητα του νέου πονήματος της THQ Nordic. Όμορφα χρώματα, έξυπνα εφέ, και εντυπωσιακά animations εν ώρα μάχης είναι το τρίπτυχο που πρέπει να συγκρατήσετε, κατά την γνώμη μου.

Τέλος, ο ακουστικός τομέας βρίσκεται σε πολύ ικανοποιητικό επίπεδο χωρίς να είναι βέβαια και κάτι αξιοσημείωτο, ενώ στο voice – acting έχει γίνει αρκετά προσεγμένη δουλειά με μεστωμένους διαλόγους και χαρακτηριστικές χροιές που, όπως προαναφέρθηκε, «ζωντανεύουν» τον κάθε χαρακτήρα.

Εν κατακλείδι, το Darksiders III εξισορροπεί με όμορφο τρόπο ηθικούς προβληματισμούς και δράση μέσω της ιστορίας του και σε συνδυασμό με το διασκεδαστικό του gameplay, θα καταφέρει να σας κρατήσει μέχρι το τέλος του ταξιδιού της Fury. Από την άλλη πλευρά του νομίσματος, θα μπορούσαν σίγουρα να αποφευχθούν πολλές σχεδόν ίδιες κινήσεις με την σειρά Dark Souls, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί πρώτη προτεραιότητα η αντιμετώπιση των ατέρμονων fps drops πριν την κυκλοφορία του παιχνιδιού.

Να ευχαριστήσουμε την Enarxis Dynamic Media, διανομέα της THQ Nordic στην Ελλάδα, για την παροχή του τίτλου.

Για περισσότερα νέα, ειδήσεις αλλά και reviews, εσείς μείνετε συντονισμένοι στο Videogamer Greece!